Μνημεία Μεσσηνίας

Μνημεία Μεσσηνίας

Κλασσικά μνημεία

O ναός του Επικούριου Απόλλωνα
Νοτιοδυτικά της Ανδρίτσαινας, σε ένα επιβλητικό και άγριο ορεινό τοπίο, βρίσκεται ο μεγαλοπρεπής ναός του Επικούριου Απόλλωνα, ένας από τους μεγαλύτερους ναούς της Αρχαιότητας.
Ο ναός βρίσκεται σε απόσταση 14 χλμ. νότια της Ανδρίτσαινας, σε υψόμετρο 1.130 μ., επάνω στο όρος Κωτίλιο. Στην τοποθεσία αυτή, που στην αρχαιότητα ονομαζόταν Βάσσες (που σημαίνει μικρά πλατώματα σε βράχους), οι κάτοικοι της γειτονικής Φιγάλειας είχαν ιδρύσει, από τον 7ο αι.π.Χ., ιερό του Απόλλωνος Βασσίτα, τον οποίο και λάτρευαν με την προσωνυμία του Επικουρίου- συμπαραστάτη στον πόλεμο ή στην αρρώστια. Το επίθετο Επικούριος δόθηκε την εποχή των πολέμων με τους Σπαρτιάτες γύρω στο 650 π.Χ.
Ο ναός του Απόλλωνος στο ιερό των Βασσών αποτελεί ένα από τα καλύτερα σωζόμενα μνημεία της κλασικής αρχαιότητας.
Συγκεκριμένα, είναι ο καλύτερα διατηρημένος ναός μετά το ναό του Ηφαίστου στην Αθήνα.
Από όλους τους ναούς της Πελοποννήσου, ύστερα από το ναό της Τεγέας, θα μπορούσε αυτός να πάρει την πρώτη θέση για το κάλλος του μαρμάρου και το αρμονικό σύνολο.
Χτίστηκε το 420-400 π.Χ. στη θέση ενός παλαιότερου, αρχαϊκού ναού. Ο περιηγητής Παυσανίας, που επισκέφτηκε και θαύμασε το μνημείο στα μέσα περίπου του 2ου αι.μ.Χ., αναφέρει ως αρχιτέκτονά του τον Ικτίνο.
Η θέση που κατέχει ο ναός στην ιστορία της ελληνικής αρχιτεκτονικής είναι ξεχωριστή, καθώς συνδυάζει με ιδιοφυή τρόπο τα αρχαϊστικά στοιχεία, που υπαγόρευε η τοπική θρησκευτική παράδοση, με τις τολμηρές ανανεωτικές ιδέες του δημιουργού του. Είναι δωρικός παρίπτερος, με προσανατολισμό Β.-Ν και διαστάσεις 14,48×38,24μ. στο επίπεδο του στυλοβάτη.
Η υπερβολικά στενόμακρη κάτοψη της περίστασης, ο αριθμός των κιόνων (6×15 αντί του κανονικού για την εποχή 6×13) και η διάταξή τους (μεγαλύτερα μετακιόνια διαστήματα στις στενές πλευρές) είναι αρχαϊκά χαρακτηριστικά και παραπέμπουν σε συγκεκριμένο πρότυπο: το μεγάλο ναό του Απόλλωνος στους Δελφούς.
Συνυπάρχουν όμως αρμονικά με προοδευτικά γνωρίσματα της ώριμης κλασικής αθηναϊκής αρχιτεκτονικής, όπως είναι η λεπτότητα των κιόνων, το χαμηλό ύψος της κρηπίδας και του θριγκού και η ευρυχωρία του προδόμου και του οπισθοδόμου. Η μεγάλη πρωτοτυπία του μνημείου έγκειται στη διαμόρφωση του εσωτερικού του.
Στο σηκό υπάρχει η ιδέα της κιονοστοιχίας κατά τις τρεις πλευρές, όπως στον Παρθενώνα και το ναό του Ηφαίστου (Θησείο) στην Αθήνα, όμως οι κίονες στις μακρές πλευρές δεν είναι ελεύθεροι.
Εκφύονται από τους τοίχους ως λεπτά εγκάρσια χωρίσματα (ανάλογα με εκείνα του αρχαϊκού ναού της Ήρας στη Ολυμπία), που απολήγουν σε ιωνικούς ημικίονες με ιδιότυπα κοινόκρανα και βάσεις.
Στη στενή πλευρά του σηκού, απέναντι από την είσοδο, ο ελεύθερος κίονας (ίσως και οι δύο τελευταίοι, στην ίδια γραμμή με αυτόν, ημικίονες) έφερε το πρώτο στην ιστορία της αρχιτεκτονικής κορινθιακό κιονόκρανο.
Η κιονοστοιχία στήριζε ιωνικό θριγκό με ανάγλυφη ζωφόρο, που περιέτρεχε εσωτερικά και τις τέσσερις πλευρές του σηκού. Είχε μήκος 31 μ. και οι 23 πλάκες της, με σκηνές αμαζονομαχίας και κενταυρομαχίας, βρίσκονται από το 1814 στο Βρετανικό Μουσείο.
Πίσω από τον ελεύθερο κορινθιακό κίονα, στη θέση του κλειστού αδύτου άλλων ναών, δαιμορφώνεται ένας κλειστός χώρος, που επικοινωνεί μεν ελεύθερα με το σηκό, “βλέπει” όμως για θρησκευτικούς λόγους προς ανατολάς, με μια πόρτα που ανοίγεται προς το ανατολικό πτερό.
Όλα αυτά τα στοιχεία συνέτειναν στην ανάδειξη του εσωτερικού χώρου και αποτέλεσαν καινοτομίες που έμελλε να επηρεάσουν αποφασιστικά την εξέλιξη της αρχιτεκτονικής στους επόμενους αιώνες.
Ο ναός είναι χτισμένος από τοπικό ασβεστόλιθο. Μαρμάρινα ήταν τα κιονόκρανα του σηκού, ορισμένα μέρη της οροφής και της στέγης και ο γλυπτός διάκοσμος.
Η ερείπωση άρχισε από τα ρωμαϊκά χρόνια, πρώτα από τους ανθρώπους και ύστερα από τους σεισμούς. Γλυπτά του διάκοσμου του ναού, μεταξύ των οποίων και Αμαζονομαχία, βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Βρεττανικό Μουσείο.
Η ζωφόρος του ναού είναι ένα πραγματικό αριστούργημα αποτελούμενη από εικοσιτρείς μαρμάρινες πλάκες, από τις οποίες οι έντεκα δυτικά παρίσταναν κενταυρομαχία (Λάπηθες – Κένταυροι) και οι έντεκα ανατολικά αμαζονομαχία (Αθηναίοι – Αμαζόνες).
Η κεντρική στο βάθος παρίστανε τον Απόλλωνα που με τη συνδρομή της Αρτέμιδος, έκανε να επέλθει η δικαιοσύνη, που διαταράχτηκε από τους αίτιους των φοβερών μαχών (Κενταύρους – Αμαζόνες). Πρόκειται για πραγματικό αριστούργημα που η ζωντάνια και η έκφραση των μορφών, καθώς και η συνταιριασμένη πλοκή των σκηνών, το κατατάσσουν στους καλύτερους γλυπτικούς διάκοσμους της αρχαιότητας.
Δυστυχώς τα μοναδικά αυτά γλυπτά της ζωφόρου του Επικουρείου Απόλλωνα, κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας έγιναν αντιληπτά από Ευρωπαίους αρχαιοκάπηλους και εκλάπησαν.
Σήμερα το μεγαλύτερο μέρος τους κοσμεί τις προθήκες του Βρετανικού μουσείου, αλλά και του μουσείου του Λούβρου και του Μονάχου. Μέσα στο ναό υπήρχε και μεγάλο (12 πόδια) χάλκινο άγαλμα του Απόλλωνα το οποίο κατά τις μαρτυρίες του Παυσανία, όταν ιδρύθηκε η Μεγάλη Πόλις μεταφέρθηκε και τοποθετήθηκε εκεί, μπροστά από το τέμενος του Λυκαίου Διός.
Σήμερα, ο ναός διατηρείται στη μορφή που έλαβε με τις εργασίες αναστήλωσής του από την Αρχαιολογική Εταιρεία, στις αρχές του αιώνα.
Από το 1965, και συστηματικά από το 1982, το Υπουργείο Πολιτισμού έχει αναλάβει το δύσκολο έργο της συντήρησης και προστασίας του μνημείου.
Το στέγαστρο, που προστατεύει το ευαίσθητο οικοδομικό υλικό από τις ακραίες καιρικές συνθήκες της περιοχής, το αντισεισμικό ικρίωμα και οι άλλες εγκαταστάσεις είναι προσωρινά, για όσο διάστημα απαιτήσουν οι σωστικές εργασίες.
Η πρόσβαση στον αρχαιολογικό χώρο του ναού μπορεί να γίνει από την Μεγαλόπολη, μέσω Καρύταινας, και από τα Κρέστενα της Ηλίας.
Η πρώτη προσπάθεια αναστήλωσης του ναού πραγματοποιήθηκε το 1902 υπό τον Π. Καββαδία και κράτησε έξι χρόνια. Το 1965 ο ναός παθαίνει μεγάλες ζημιές από τον καταστρεπτικό σεισμό που έπληξε την περιοχή.
Τον ίδιο χρόνο γίνονται οι πρώτες σωστικές παρεμβάσεις ενώ τον επόμενο ένας κεραυνός δημιουργεί νέα προβλήματα στο μνημείο, το οποίο πλέον κιδυνεύει άμεσα αφού έχουν έχουν πάρει κλίση οι κίονες και ολόκληρο το κτίριο έχει παραμορφωθεί.
Το 1970 δημιουργείται η Επιτροπή Συντήρησης του Ναού Επικούρειου Απόλλωνος (ΕΣΝΕΑ). Κατά τη δεκαετία 1985-1995 η Επιτροπή προχώρησε σε τέσσερα βασικά μέτρα προστασίας του ναού.
Δημιούργησε ένα προστατευτικό στέγαστρο πάνω το ναό, έλαβε αντισεισμικά μέτρα, απομάκρυνε τα όμβρρια ύδατα και έλαβε μέτρα προστασίας από τους κεραυνούς.
Του Ιούνιο του 1997 το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο μετά από μια μαραθώνια συζήτηση αποφάσισε να προχωρήσει σε ουσιαστικά έργα στερέωσης και αποκατάστασης του ναού.
Συγκεκριμένα αποφάσισε ότι το μνημείο για να σωθεί πρέπει να διαλυθεί, να υπάρξει καταβίβαση των επιστυλίων και μεταφορά των κιόνων προκειμένου να ενισχυθεί η θεμελίωση, και να συντηρηθούν τα 2.000 αρχιτεκτονικά μέλη, που θα κατέβουν.
Μετά παρέλευση τριών ετών αδράνειας – παρά το γεγονός ότι ο ναός εκινδυνεύε πλέον με κατάρρευση – το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο ξανασυνεδρίασε (Σεπτέμβριος 2000) παρουσία της ΕΣΝΕΑ.
Στη συνεδρίαση υπήρξαν διαφωνίες και διατυπώθηκαν διαμετρικά αντίθετες απόψεις περί του τρόπου στερέωσης και αποκατάστασης του ναού. Τελικά αποφασίστηκε κατά πλειοψηφία να εγκριθεί “κατ αρχήν” η μελέτη για επέμβαση στο βόρειο πτερό του ναού, με την “πιλοτική” μετακίνηση της βορειοδυτικής γωνιάς του, δηλαδή των τεσσάρων επιστυλίων και των τριών κιόνων του και τη διάλυση της κρηπίδας όπου εδράζονται.

Το Ανάκτορο του Νέστορος

Ο λόφος του Επάνω Εγκλιανού βρισκεται στη δυτική πλευρά του δημόσιου δρόμου, 4 χμλ. περίπου νότια της Χώρας και 17 χμλ. βόρεια της Πύλου. το ύψωμα, που το μεγαλύτερο μήκος του είναι περίπου 170 μ. από τα νοτιοδυτικά προς τα βορειοανατολικά, και το πλάτος του όχι περισσότερο από 90 μ., ορθώνεται απότομα σε όλες τις πλευρές του, σε ύψος από 4 μέχρι 7 μ. Μόνο στην ανατολικώτερη άκρη του, ένα σχετικά στενό πλάτωμα βρίσκεται κάπως χαμηλότερα, αλλά με δυσκολία ανέβαινε κανείς ακόμη και απο εκεί, μέχρι το 1952, οπότε ανοίχτηκε μια ανηφορική πρόσβαση στην απότομη πλευρά του λόφου.
Το ύψωμα αρχικά είχε κατοικηθεί στην Μεσοελλαδική εποχή, αλλά σίγουρα πριν χτιστεί το ανάκτορο η κορυφή του λαξεύτηκε και ισοπεδώθηκε.
Από τότε (αρχές περίπου του 13ου αιώνα π.Χ.) ο λόφος φαίνεται πως προοριζόταν αποκλειστικά για βασιλική εγκατάσταση, με το κύριο συγκρότημα του ανακτόρου και τα βοηθητικά του διαμερίσματα.
Πιο κάτω, στις πλαγιές και τα πλατώματα, στα βορειοδυτικά, νοτιοδυτικα και νοτιοανατολικά του λόφου απλώνόταν η πόλη. Σε μικρήν απόσταση, προς τα βόρεια και νότια της ακρόπολης, υπάρχουν βασιλικοί θολωτοί τάφοι, και σε μια ράχη που κατεβαίνει προς τα δυτικά βρέθηκαν οι θαλαμοειδείς τάφοι των κοινών θνητών.
Το ανάκτορο έχει έκταση λίγο μεγαλύτερη απο το νοτιοδυτικό μισό του λόφου, ενώ το βορειοανατολικό μέρος δαίνεται πως έμεινε ελεύθερο, χωρίς μεγάλα κτήρια, όπως και στην Τίρυνθα. Οχυρωματικό τείχος, σύγχρονο με το ανάκτορο, δε βρέθηκε στον Επάνω Εγκλιανό, αν και υπάρχει ένα αρχαιότερο περιφερικό τείχος στη βορειότερη άκρη του.
Τα απότομα όμως άκρα του ίδιου του λόφου σχημάτιζαν απ´ όλες τις πλευρές μια φυσική αμυντική γραμμή που δύσκολα θα μπορούσε να την περάσει ο εχθρός.
Το Ανάκτορο είναι ένα συγκρότημα από διάφορα κτήρια. Το κεντρικό Κτήριο, περισσότερο από 50 μ. μήκος και 32 μ. πλάτος, ήταν σίγουρα η βασιλική κατοικία.
Στα νοτιοδυτικά, μια άλλη κτηριακή εγκατάσταση, μικρότερη απ´ το Κεντρικό Κτήριο αλλά αρκετά μεγάλη, είναι ίσως ο παλαιότερος πυρήνας του συγκροτήματος, σύμφωνα με τη χρονολόγηση που δίνει η κατασκευή του, αλλά οπωσδήποτε, και τα δύο χρησίμευσαν ως χώρος κατοικήσιμος οόκληρο τον 13ον αιώνα, ώσπου καταστράφηκαν γύρω στα 1200 π.Χ.
Εκτός απο τα καθαυτό κατοικήσιμα δωμάτια, τις αποθήκες και τις σκευοθήκες, το καθένα απότα δύο μεγάλα κτηριακά συγκροτήματα είχε τα επίσημα διαμερίσματά του, καθώς και μία ξέχωρη αποθήκη κρασιού, που βρισκόταν στο πίσω μέρος και προς τα δεξιά του καθενός.
Υπήρχε, επίσης, στα βορειοανατολικά, ένα ανεξάρτητο αρκετά μεγάλο κτήριο, που μπορούσε να ήταν εργαστήριο.
Εκεί φαίνεται πως αποθηκεύονταν εξαρτήματα αρμάτων και γίνονταν επισκευές σε μετάλλινα και δερμάτινα είδη.
Στα βορειοδυτικά του Εργαστηρίου, ανάμεσα σ´ αυτό και στην αποθήκη του κρασιού και πίσω από το Κεντρικό Κτήριο, υπήρχαν επίσης μερικά μικρότερα κτίσματα, καταλύματα ίσως για τους σκλάβους και τους υπηρέτες.
Αρχιτεκτονική
Για την κατασκευή του ανακτόρου χρησιμοποιήθηκε σε όλα τα τμήματα άφθονα το ξύλο. Ακόμη και οι πέτρινοι τοίχοι είχαν χτιστεί με σύστημα ξυλοδεσιάς.
Επίσης, οι κίονες, τα πλαίσια για τις πόρτες, τα φατνώματα, οι οροφές και οι στέγες ήταν φτιαγμένα απ΄ξύλο βασικά και αυτή ακριβώς η πληθώρα του εύφλεκτου υλικού εξηγέι την καταστρεπτική μανία της φωτιάς που αφάνισε το ανάκτορο.
Σε όλες τις πλευρές του ανακτόρου, για τις προσόψεις των εξωτερικών τοίχων χρησιμοποιήθηκαν λαξευμένοι ορθογώνιοι πωρόλιθοι. Οι εσωτερικοί τοίχοι χτίστηκαν κυρίως από κοινές, ακατέργαστες, μικρές ή μεγαλύτερες πέτρες, αν και χρησιμοποιήθηκαν μαζί και μεγάλα αγκωνάρια.
Οι εσωτερικοί τοίχοι είχαν επίχρισμα από ασβεστοκονίαμα και οι σπουδαιότεροι χώροι ήταν στολισμένοι με τοιχογραφίες.
Τα δύο συγκροτήματα είχαν και δέυτερο όροφο, προσιτό με κλιμακοστάσια. Οι τοίχοι των επάνω ορόφων ήτανε χτισμένοι με ωμές πλίθρες βαλμένες και αυτές μέσα σε σκελετό ξυλοδεσιάς. Η στέγη πρέπει να ήταν διαμορφωμένη σε “ταράτσες”, ίσως σε δύο η περισσότερα επίπεδα. Επάνω από την Αίθουσα του Θρόνου, η στέγη σίγουρα θα ήτανε ψηλότερη από ό,τι στις πλαϊνές πλευρές.
Κεντρικό Κτίριο 
Η κύρια είσοδος προς το Κεντρικό Κτίριο του ανακτόρου βρισκόταν στη νοτιοανατολική πλευρά και έφτανε κανείς εκεί περνώντας από μία ευρύχωρη υπάιθρια αυλή στρωμένη με κονίαμα.
Η είσοδος ήταν ένα απλό Πρόπυλο με ένα κίονα εμπρός κι άλλον ένα πίσω σε κάθε πρόσοψη. Σώζονται οι πέτρινες βάσεις των κιόνων περιτριγυρισμένες με ζωνάρια από το κονίαμα που διακοσμούσε το κάτω μέρος της κολώνας Οι κίονες ήταν ξύλινοι, με 64 ραβδώσεις, όπως δείχνουνε τα αποτυπώματα που μείνανε στα περιζώματα.
Καθώς μπαίνει κανείς στο εξωτερικό Πρόπυλο συναντά αριστερά τη θέση του φρουρού, που φύλαγε την κύρια είσοδο, και την πόρτα που οδηγούσε στα δύο μικρά συνεχόμενα δωμάτια, όπου μάλλον ήταν εγκατεστημένος ο εντεταλμένος για την είσπραξη των φόρων.
Στα δύο αυτά δωμάτια βρέθηκαν σχεδόν χίλιες πινακίδες και θραύσματα, με επιγραφές στη γραμμική Β γραφή. Τον Ιούνιο του 1952 ο Michael Ventris πέτυχε να αποκρυπτογραφήσει τη Γραμμική Β γραφή, που αποδείχτηκε πως ήταν ένα παλαιότερο είδος ελληνικής γραφής. Τα κείμενα, που μπορούν τώρα σε σημαντικό μέρος τους να διαβαστούν, είναι λογιστικές καταστάσεις του διοικητικού γραφείου του ανακτόρου.
Περνώντας την είσοδο μπαίνουμε στην εσωτερική υπαίθρια Αυλή. Απέναντι υψωνόταν το Προστώο των επισήμων διαμερισμάτων, με δύο κίονες στην πρόσοψή του ανάμεσα στις παραστάδες.
Αριστερά, ήταν δύο άλλα συνεχόμενα δωμάτια, πιθανώς το ένα αποθήκη για τρόφιμα και το άλλο Δωμάτιο Αναμονής, όπου μπορούσαν οι επισκεπτες να παραμένουν ώσπου να παρουσιαστούν στον βασιλέα.
Tο Δωμάτιο Αναμονής ήταν εφοδιασμένο με ένα θρανίο που είχε επίχρισμα απο κονίαμα με γραπτή διακόσμηση. Εδώ μπορούσαν να κάθονται οι ξένοι περιμένοντας να τους καλέσουν. Στη γωνία υπήρχε ένα πήλινο βάθρο με ζωγραφιές πάνω στο κονίαμά του.
Πειρείχε δύο μεγάλους πίθους μάλλον για κρασί. Το διπλανό δωμάτιο ήταν αποθήκη τροφίμων με εκατοντάδες κύλικες πάνω σε ξύλινα ράφια.
Θα προσφέραν, λοιπόν, αναψυκτικά στους επισκέπτες την ώρα που περίμεναν. Οι κύλικες, αλλοιωμένες και υαλοποιημένες από τη μεγάλη θερμότητα, βρίσκονται τώρα σε σωρό πάνω στο δάπεδο, όπως έπεσαν, όταν κάηκαν τα ράφια με την πυρκαϊά που κατέστρεψε το ανάκτορο.
Όταν έφτανε η ώρα της παρουσιάσεως, κατευθύνονταν οι επισκέπτες προς την Αίθουσα με τις δύο κολώνες. Απ´ αυτές σώζονται μόνον οι πέτρινες βάσεις.
Οι τοίχοι εδώ φάινεται πως ήταν πλούσια διακοσμημένοι με ξύλινες επενδύσεις και φατνώματα. Δεξιά, πλάι στην είσοδο, υπάρχει η θέση για έναν άλλο φρουρό ή υπηρέτη.
Από την πύλη μπαίνουμε στον Πρόδομο, που σαν την Αίθουσα, είχε πάτωμα επιχρισμένο με κονίαμα ζωγραφιστό και τοίχους με ζωηρόχρωμες τοιχογραφίες.
Απέναντι, υπήρχε μια ακόμη πύλη, που την φύλαγε άλλος φρουρός. Από κει έμπαινε κανείς, στον επισημότερο ανακτορικό χώρο, την Αίθουσα του Θρόνου.
Στο κέντρο βρίσκεται η μεγάλη λατρευτική εστία. Είναι πήλινη, επιχρισμένη με κονίαμα και υψώνεται περίπου 0,20 μ. από το δάπεδο. την πλαισίωναν τέσσερεις ξύλινοι κίονες σε συμμετρική λίγο-πολύ διάταξη, με λίθινες βάσεις, που στηρίζαν υπερώο και ψηλό φωταγωγό ή οπαίο. το τελευταίο θα χρησίμευε για φωτισμό και αερισμό, καθώς και για να φεύγει ο καπνός της εστίας από μια καπνοδόχο φτιαγμένη από δύο πήλινους σωλήνες, που περνούσαν μέσα από τη στέγη.
Ο βασιλικός θρόνος βρισκόταν στη μέση σχεδόν του δεξιου τοίχου, αντικρυστά στην εστία. Ήταν κατασκευασμένος από φθαρτό υλικό, μάλλον ξύλο, αναμφίβολα διακοσμημένο με ελεφαντόδοντο ή άλλου είδους ένθετο υλικό, που από τη φωτιά δε σώθηκε κανένα ίχνος του.
Η πλατειά αυτή αίθουσα (12,90 μ. μήκος και 11,20 μ. πλάτος), ήταν φωτεινή και χαρούμενη με πολύχρωμη διακόσμηση. Το πάτωμα ήταν χωρισμένο σε τετράγωνα, που το καθένα είχε γραμμικά κοσμήματααπό κόκκινο, γαλάζιο, κίτρινο, άσπρο, μαύρο, ίσως και άλλα ακόμη χρώματα, ενώ μπροστά στο θρόνο υπήρχε, με σχετική φυσικότητα ζωγραφισμένο, ένα μεγάλο χταπόδι.
Η εστία έφερε επίσης ζωγραφιστή διακόσμηση: συμβολικές φλόγες στο μέτωπο του αναβαθμού, και οδοντωτό κόσμημα στο στενό του χείλος.
Επίσης, συνεχή σπείρα στο ελαφρά υπερυψωμένο πλατύ περιθώριο που περίζωνε τη θέση για τη φωτιά. Κοντά στην εστία και δίπλα στη βάση του δυτικού κίονα βρέθηκε πήλινη τράπεζα προσφορών, επιχρισμένη με κονίαμα.
Οι κίονες, με τις 32 ραβδώσεις τους, καθώς και όλα τα ξύλινα τμήματα της οροφής και του υπερώου ήτανίσως διακοσμημένα με ζωηρά χρώματα. Νωπογραφίες σκέπαζαν τους τοίχους σε όλες τις πλευρές της αίθυσας.
Έτσι, το βασιλικό θρόνο φρουρούσαν δύο όμοιοι αντικρυστοί γρύπες, που ο καθένας πίσω του, σε βάθος, είχε και από ένα λιοντάρι. Κοντά στην ανατολική γωνία της αίθουσας βρέθηκαν κομμάτια από τοιχογραφία που εικονίζει ανδρική μορφή να παίζει λύρα καθισμένη πάνω σε βράχο.
Δίπλα στο βασιλικό θρόνο, στα δεξιά του βασιλέως, υπάρχει στο δάπεδο μια ιδιόμορφη κατασκευή: ένα ρηχό κοίλωμα, όμοιο με λεκάνη, από όπου ένα στενό αυλάκι σε σχήμα V οδηγεί σε δεύτερο όμοιο κοίλωμα, κάπως χαμηλότερο, και 2 μ. περίπου μακρύτερα απο το πρώτο.
Χρησίμευε ίσως για να διευκολύνει το βασιλέα να κάνει σπονδές στους θεούς -τελετή που συχνά μνημονεύεται στα Ομηρικά έπη- χωρίς να κατεβαίνει από τον θρόνο του.
Τα στενά επιμήκη ανοίγματα που φάινονται κατ´ αποστάσεις στους τοίχυος της Αίθουσας του Θρόνου αρχικά περιείχαν μέρος από τα μεγάλα κατακόρυφα και οριζόντια δοκάρια της ξυλοδεσιάς που στη μυκηναϊκή αρχιτεκτονική αποτελούσε τον στερεό σκελετό των τοίχων.
Αυτά ίσως να ήταν ορατά στην αρχή, στην πρόσοψη των τοίχων, ενώ στις υστερώτερες δάσεις του ανακτόρου καλύπτονταν με κονίαμα. Είναι ολοφάνερο ότι τα ξύλινα δοκάρια βοήθησαν πολύ στην επέκταση της φωτιάς που κατέστρεψε το ανάκτορο και ασβεστοποίησε μεγάλο μέρος από τις πέτρες της τοιχοδομίας.
Αρχικά, φαίνεται πως υπήρχε σε κάθε πλευρά της Αίθουσας του Θρόνου ένας μακρύς διάδρομος που οδηγούσε στους διάφορους παράπλευρους χώρους.
Ο διάδρομος αριστερά, δηλαδή στη νοτιοδυτικη πλευρά, χωρίστηκε αργότερα με εγκάρσιους τοίχους σε πρόσθετους χώρους. Τα πέντε μικρά δωμάτια στη δυτική γωνία του κτηρίου βρέθηκαν γεμάτα από σπασμένα αγγεία και σίγουρα ήταν αποθήκες, όπου φυλάγονταν τα περισσότερα οικιακά σκεύη του ανακτόρου.
Ο μακρόστενος χώρος, δίπλα στην Αίθουσα του Θρόνου, περιείχε πολλά μεγάλα αγγεία διαφόρων σχημάτων, πλήθος από μικροσκοπικά αναθηματικά αγγεία, καθώς και τμήμα τράπεζας προσφορών. Το δωμάτιο προς τα αριστερά, που κάποτε είχε σε όλες τις πλευρές του ξύλινα ράφια, περιείχε ακριβώς 2.853 κύπελλα ή κύλικες με υψηλο πόδι, όλα σπασμένα και θρυμματισμένα.
Οι άλλες τρεις αποθήκες ήταν κι αυτές γεμάτες με οικιακά σκεύη σε διάφορα μεγέθη και σε 23 τουλάχιστον διαφορετικά σχήματα. Ο συνολικός αριθμός των αγγείων που βρέθηκαν σ΄αυτούς τους χώρους ξεπέρασε τις 6.000.
Πίσω από την Αίθουσα του Θρόνου υπάρχουν δύο μεγάλες αποθήκες, όπου φυλαγόταν το λάδι σε πιθάρια, βαθειά τοποθετημένα σε πήλινα πεζούλια επιχρισμένα με κονίαμα.
Βρέθηκαν 17 πιθάρια στο δωμάτιο 23 και 16 στο δωμάτιο 24. Πολλές πινακίδες, ολόκληρες ή κομμάτια, σχετικές με τις διάφορες ποσότητες του αποθηκευμένου λαδιού, βρέθηκαν στο δωμάτιο 23, σκορπισμένες στα πεζούλια και στο πάτωμα. Αξίζει να σημειωθεί ότι η λέξη έ λ α ι ο ν (ELAWON) που εμφανίζεται στις πινακίδες είναι κυριολεκτικά η ίδια που και σήμερα ύστερ´ από τρεις χιλιάδες χρόνια και πλέον χρησιμοποιείται στη νέα Ελληνική γλώσσα.
Στη βορειοανατολική πλευρά της Αίθουσας του Θρόνου υπάρχει ένας μακρύς διάδρομος. Μια διακλάδωσή του, στη βορεινή γωνία του κτηρίου, οδηγούσε σε αποθήκη λαδιού όπου βρέθηκαν, στη θέση τους, υπολείμματα από 16 μέγάλα πιθάρια.
Απέναντι από την Αίθουσα του Θρόνου, στα δεξιά, υπάρχει σειρά από πέντε δωμάτια διαφορετικών διαστάσεων. Το βορειοδυτικότερο περιείχε δώδεκα πιθάρια για λάδι και πουάριθμα μικρότερα άλλων σχημάτων αγγεία.
Πολλά από αυτά είχαν γραπτή διακόσμηση και φαίνεται πως σ´ αυτή την αποθήκη φυλαγόταν η καλύτερη ποιότητα λαδιού. Τα άλλα δωμάτια αυτής της σειράς πρέπει να ήταν άδεια την ημέρα της πυρκαϊάς ή είχαν αποθηκευμένα φθαρτά υλικά. Αλλά λίγο πάνω από το δάπεδο του μεσαίου δωματίου, στην επίχωση, βρέθηκαν πολλά μικρά θραύσματα από ελεφαντόδοντο, καμμένα και μαυρισμένα από τη φωτιά και πολύ σπασμένα.
Σίγουρα είχαν πέσει απο το επάνω δωμάτιο και ανήκαν μάλλον σε χτένια, βούρτσες και κοσμηματοθήκες των κυριών του ανακτόρου, που θα είχαν τα διαμερίσματά τους στο επάνω πάτωμα.
Στο διάδρομο και απέναντι σχεδόν από την πλάγια πόρτα του Προδόμου, που βρίσκεται μπροστά στην Αίθουσα του Θρόνου, διατηρούνται στη θέση τους οχτώ πέτρινα σκαλοπάτια του κλιμακοστασίου, που οδηγούσε στον επάνω όροφο. Οι μετρήσεις που έγιναν στα σκαλοπάτια αυτά και οι υπολογισμοί για τον απαραίτητο για τη σκάλα χώρο, δείχνουν πως αρχικά θα υπήρχαν 21 ίσως σκαλοπάτια προς τον επάνω όροφο.
Στην απέναντι πλευρά του κτηρίου, που και σ΄αυτήν πιθανώς οδηγούσε επίσης μια πόρτα από τον Πρόδομο, διατηρούνται υπολείμματα από δύο σκαλοπάτια ενός άλλου κλιμακοστασίου.
Το κλιμακοστάσιο αυτό, μετά από εννέα σκαλοπάτια είχε ένα πλατύσκαλο. Γυρίζοντας κατόπιν δεξιά, και ύστερ´ από δύο ή τρία σκαλοπάτια έβρισκε κανείς ένα δεύτερο πλατύσκαλο. Στρίβοντας πάλι δεξιά, μετά εννέα ή δέκα σκαλοπάτια, έφτανε σ´ ένα διάδρομο του επάνω ορόφου, που βρισκόταν σε ύψος περίπου 3,25 μ. από το δάπεδο του ισογείου.
Ο μακρύς διάδρομος συνεχίζεται πέρα από το βορειοανατολικό κλιμακοστάσιο και φτάνει σε μια διακλάδωση που στρίβει αριστερά, δίπλα απο το μεγάλο Προστώο της Αίθουσας του Θρόνου.
Εδώ, μπαίνει κανείς σ´ ένα προθάλαμο, που οδηγεί προς τα αριστερά, σε δύο δωμάτια που δεν περιείχαν τίποτα το αξιόλογο, εκτός από δύο-τρία ενδιαφέροντα αγγεία. Μια άλλη πόρτα του προθαλάμου οδηγεί κατ´ ευθείαν εμπρός σε Πυλώνα, με ξύλινο κίονα στην πρόσοψή του, τοποθετημένο σε πέτρινηβάση.
Ο Πυλώνας άνοιγε βορειοανατολικά σε μία αρκετά μεγάλη περιτειχισμένη αυλή, στρωμένη με κονίαμα. Αυτή μπορεί ναήταν η ιδιαίτερη αυλή, όπου ησύχαζε ο βασιελύς, όταν επιθυμούσε μοναξιά ή όταν ήθελε να γλυτώσε απο ενοχλήσεις. Ο τοίχος που την κλείνει ολόγυρα οπωσδήποτε ανήκει στην τελευταία οικοδομική φάση του ανακτόρου.
Σε παλιότερες φάσεις, υπήρχε ένας δρόμος που οδηγούσε από αυτόν τον Πυλώνα προς την βορειο-ανατολική άκρη της Ακρόπολης. Στον νεώτερο αυτό τοίχο της αυλής που δεν επικοινωνούσε με τον έξω χώρο, υπάρχει, απέναντι περίπου από τον Πυλώνα, ένα μικρό, σχεδόν τετράγωνο, άνοιγμα.
Έτσι φαίνεται πιθανό, ότι τρεχούμενο νερόερχόταν ως εκεί. Δε βρέθηκαν ίχνη που να δείχνουν πως υπήρχε μες στην αυλή μόνιμη δεξαμενή νερού. Ίσως βρισκόταν πάντοτε εκεί ένα πιθάρι γεμάτο.
Πέρα απο τη βορειοδυτικήν άκρη της αυλής, βλέπει κανείς το μοναδικό τμήμα που διατηρήθηκε από τον αρχικό εξωτερικό τοίχο του Κεντρικού Κτηρίου του ανακτόρου.
Η πρόσοψή του αποτελείται από μεγάλους πωρόλιθους -αγκωνάρια- τοποθετημένους ισοδομικά, που έχουν όμως ιδιάζουσες ενώσες, ανοιχτές σε σχήμα V.
Όλα τα αγκωνάρια της δεύτερης από το έδαφος σειράς έχουν στην επάνω επιφάνειά τους τρύπες (τόρμους) για τη στερέωση (γόμφωση) ενός μεγάλου οριζόντιου ξύλινου δοκαριού με πάχος γύρω στα 0,30 μ. Περίπου τέσσερεις ή πέντε δόμους ψηλότεραυπήρχε πιθανόως ένα άλλο όμοιο δοκάρι απλωμένο σε όλο το μήκος του τοίχου. Εάν υπήρχαν ανοίγματα για παράθυρα, οι ενδείξεις δεν το βεβαιώνουν, το κατώτερο δοκάρι θα μπορούσε να χρησιμεύσει για κατώφλι και το ανώτερο για ανώφλι (πρέκι).
Λίγο βορειοδυτικότερα, πέρα απ´ την αυτλή, υπάρχει, στον εξωτερικό τοίχο, ένα μάλλον πλατύ κοίλωμα -εσοχή- για αισθητικούς πιθανώς λογους, όπου ίσως να υπήρχε παράθυρο.
Έξω από τον τοίχο, ακόμη βορειοδυτικότερα, μια μεγάλη έκταση γεμάτη από αγκωνάρια που έπεσαν από αυτόν, έχει μείνει όπως ακριβώς βρέθηκε. Κοιτάζοντας από την αυλή μπορούμε να δούμε πέντε έως έξι σειρές από αυτά τα αγκωνάρια. Κάθε μια, πιθανώς, αντιπροσωπεύει και ένα δόμο.
Είναι φανερό πως ένα μεγάλο τμήμα του τοίχου έπεσε μονοκόμματο προς τα έξω όταν η φωτιά που αφάνισε το ανάκτορο βρισκόταν στη μεγαλύτερή της ένταση. Η συγκεντρωμένη στην Αποθήκη 32 ποσότητα λαδιού θα μπορούσε κάλλιστα να είχε πάρει φωτιά με εκρηκτική δύναμη.
Επιστρέφοντας στον προθάλαμο, μπορούμε να σταθούμε για να σημειώσουμε ότι βρέθηκε γεμάτος από θραύσματα περισσότερων από είκοσι μεγάλων πιθαριών και πολλών μικρότερων αγγείων.
Τα πιθάρια που στο μεγαλύτερο μέρος τους είχαν πέσει από τον επάνω όροφο, πειρείχαν λάδι και είναι φανερό ότι το εύφλεκτο περιεχόμενό τους προκάλεσε την καταστρεπτική μανία των φλογών. Σκορπισμένα μες στα καμμένα συντρίμμια βρέθηκαν 19 τεμάχια από ενεπίγραφες πινακίδες. Πολλές απ´ αυτές αναφέρονται σε ελαιόλαδο διαφόρων ειδών και χρήσεων.
Νοτιοανατολικότερα, υπάρχει ένα μακρύ και στενό δωμάτιο λουτρού, το μοναδικό στο είδος του που ως τώρα έχει αποκαλυφθεί σε Μυκηναϊκό ανάκτορο στην ηπειρωτική Ελλάδα με την εγκατάστασή του αρκετά καλά διατηρημένη. Στον νοτιοανατολικό τοίχο του δωματίου, μέσα σε πήλινο πεζούλι επιχρισμένο με κονίαμα, βρίσκεται ένας πήλινος λουτήρας με γραπτές διακοσμήσεις.
Ο λουτήρας είναι του τύπου με τις ελαφριά προς τα μέσα πιεσμένες πλευρές. Ο λουόμενος πιθανώς καθόταν μέσα, ενώ ο υπηρέτης ή ένας βοηθός έχυνε νερό απάνω του. Ένα βοηθητικό πήλινο σκαλοπάτι, επιχρισμένο με κονίαμα, διευκόλυνε να μπει κανείς στο λουτήρα.
Στην ίδια πλευρά μ΄αυτόν, στη νότια φωνιά του δωματίου, υπάρχει επίσης ένα υψηλό πήλινο πεζούλι, επιχρισμένο με κονίαμα, μέσα στο οποίο είναι τοποθετημένα δυο μεγάλα πιθάρια περίπουτ 1,20 μ. ύψος. Θα περιείχαν ίσως το νερό που χρειαζόταν για το λουτρό.
Στον πυθμένα του νοτιοδυτικού πιθαριού βρέθηκαν εφτά κοινές κύλικες και στο άλλο εννέα, μαζί με μερικά άλλα μικρά αγγεία. Μια κύλιξ ακέραιη βρέθηκε στον πυθμένα του ίδιου του λουτήρα. Αυτά τα δοχεία χρησίμευαν, χωρίς αμφοβολία, για να χύνουν νερό πάνω στον λουόμενο.
Επιστρέφοντας από τον προθάλαμο και την διακλάδωση προς τον κύριο διάδρομο και βγαίνοντας από την είσοδο αριστερά, συναντούμε μια μικρή στοά, που είχε στην πρόσοψή της, προς την αυλή του ανακτόρου, δυο ξύλινους κίονες.
Οι κίονες στηρίζονταν σε λίθινες βάσεις και έιχαν στο κατώτερο μέρος τους ένα διακοσμητικό περίζωμα από κονίαμα. Τα αποτυπώματα στο κονίαμα δείχνουν ότι κάθε κίονας είχε 60 ραβδώσεις.
Οι κίονες θα στήριζαν έναν εξώστη, από όπου οι γυναίκες, τα παιδιά και άλλοι θεατές θα μπορούσαν να παρακολουθούν άνετα τις τελετές που αναμφίβολα γίνονταν στην αυλή με την ευκαιρία επισήμων γεγονότων.
Στη νοτιοανατολικη άκρη της στοάς αυτής, υπάρχουν δύο πόρτες, η μια πλάι στην άλλη. Η δεξιά οδηγούσε σε μια κλίμακα, από την οποία σώζονται τρία σκαλοπάτια και μέρος από ένα τέταρτο.
Αυτή η σκάλα ανέβαζε στον επάνω όροφο μιας πυργοειδούς κατασκευής δίπλα στο Πρόπυλο, που θα μπορούσε να ήταν το φυλάκιο ή το αρχηγείο της φρουράς των ανακτόρων. Η άλλη πόρτα, στ´ αριστερά, άνοιγε σε ένα διάδρομο, απ´ όπου, στρίβοντας αριστερά, μπαίνουμε σε ένα μάλλον μεγάλο και κομψό δωμάτιο με μια εστία, την Αίθουσα της Βασίλισσας. Η αίθουσα αυτή καταστράφηκε πολύ απο την πυρκαϊά.
Η φωτιά εκεί είχε αναμφίβολα φουντώσει από το λάδι που ήταν αποθηκευμένο στα πιθάρια του απάνω ορόφου που είχαν πέσει στον προθάλαμο. το λάδι θα είχε χυθεί στο λουτρό, και πιθανώς στο πλαϊνό δωμάτιο. το πάτωμα στην Αίθουσα της Βασίλισσας, που κάποτε πιθανόν να είχε γραπτές διακοσμήσεις, έπαθε σοβαρές βλάβες και μάυρισε, ενώ οι πέτρες στους τοίχους του δωματίου ασβεστοποιήθηκαν.
Το ασβεστοκονίαμα που είχε τις τοιχογραφίες έπεσε σε κομμάτια στο πάτωμα. Έχουν αποκαλυφθεί αρκετά απ´ αυτά τα κομμάτια, ώστε να γίνεται φανερό ότι θέματα με παραστάσεις ζώων, όπως γρύπες, λιοντάρια σε φυσικό μέγεθος, ή πάνθηρες και άλλα ζώα, ήταν αγαπητά και παριστάνονταν πιθανώς στους τέσσερεις τοίχους.
Η εστία, στο κέντρο της αίθουσας, αν και πολύ μικρότερη από την αντίστοιχη στην Αίθουσα του Θρόνου, ήταν, ωστόσο, διακοσμημένη με τον ίδιο τρόπο, και με περισσότερη ακόμη λεπτότητα, με φλογοειδή, ζητοειδή, και σπειροειδή κοσμήματα. Μπορεί να μετρήσει κανείς τέσσερεις ως πέντε διαδοχικές στρώσεις από κονίαμα, που η καθεμιά είχε γραπτή διακόσμηση.
Μια πόρτα στη βορειοανατολική γωνία της Αίθουσας της Βασίλισσας οδηγούσε σε μια άλλη περιτειχισμένη αυλή, όμοια με τη διπλανή αυλή του βασιλέως, στην οποία επίσης δεν μπορούσε κανείς να μπει απ΄έξω.
Στο δάπεδο, κοντά στην πόρτα, βρέθηκαν περίπου τρεις δωδεκάδες γραπτοί ψευδόστομοι αμφορείς διαφόρων μεγεθών.
Δύο ή τρεις σειρές από μικρές τρύπες που χωρίζουν κατά μήκος την αυλή μπορεί να χρησίμευαν για την τοποθέτηση πασσάλων, ώστε να φράζονται τμήματα του χώρου, για να παίζουν τα παιδιά ή για να στήνεται τέντα που θα έδινε σκιά ή ίσως για να βάζουν σκοινί για το στέγνωμα των ρούχων.
Μια άλλη πόρτα από την Αίθουσα της Βασίλισσας οδηγούσε σε ένα διάδρομο, από όπου μια διακλάδωση έφερνε σε μικρό δωμάτιο, στη γωνιά του κτηρίου.
Οι τοίχοι εδώ ήταν διακοσμημένοι με τοιχογραφίες πολύ κατεσρταμμένες δυστυχώς από την πυρκαϊά. Το πάτωμα ήταν χωρισμένο σε σειρές από τετράγωνα (επτά επί επτά), με λεπτοεργασμένα ποικίλα γραμμικά σχέδια κατά μήκος των τοίχων και, σε λοξές σειρές, χταπόδια, δελφίνια και άλλα ψάρια, δοσμένα με σχετική φυσικότητα.
Ο στενός διάδρομος είχε επίσης γραπτές διακοσμήσεις στο πάτωμά του. Ένα χταπόδι και γραμμικά σχέδια.
Ένα γειτονικό δωμάτιο προς τα νοτιοδυτικά, προσιτό μόνον από το διάδρομο, ήταν μάλλον αποχωρητήριο. Δέκα εφτά ψυδόστομοι αμφορείς, ήταν τοποθετημένοι στο πάτωμα στα αριστερά της πόρτας. Κον΄τα στην ανατολική γωνιά, κάτω από το άνοιγμα μιας μεγάλης πέτρινης πλάκας, μπορούσε να τρέξει νερό σ´ έναν υπόγειο οχετό.
Οι θολωτοί τάφοι
Περίπου 90 μέτρα από την πύλη, προς τα βορειοανατολικά, περνώντας μέσα από έναν ελαιώνα, φτάνει κανείς σ´ ένα θολωτό τάφο, που η θόλος του αναστηλώθηκε στα 1957 από την Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία.
Αν και κτισμένος με μικρές πλακωτές πέτρες, είναι ωστόσο μεγάλος τάφος, με διάμετρο 9.35 μ. Η θόλος είχε καταρρεύσει μέχρι το επάνω μέρος του ανοφλίου και ο θάφος είχε γεμίσει με χώματα που βρέθηκαν τελείως ταραγμένα, γιατί προφανώς είχε συληθεί στην αρχαιότητα.
Οι συλητές όμως ήταν ασυνήθιστα απρόσεκτοι, και γι´ αυτό μεγάλης αξίας ευρήματα απόμειναν στον τάφο. Ανάμεσα στα αντικείμενα που βρέθηκαν, περιλαμβάνονται πολλά χρυσά, μαζί και μια βασιλική σφραγίδα με παράσταση φτερωτού γρύπα, δύο δαχτυλίδια, κοσμήματα σε σχήμα γλαύκων, κι ένα περίαπτο σε σχήμα ασπίδας.
Επίσης 250 χάντρες από αμέθυστο και διάφορους άλλους λίθους, καθώ ςκαι θραύσματα από χάλκινα όπλα κλπ.
Υπολείμματα ενός άλλου θολωτού τάφου βρίσκνται σχεδόν στην ίδια απόσταση, προς νότον του λόφου των ανακτόρων.
Σχεδόν ολόκληρη η θόλος έχει αποκοπεί περί τα 0,30 μ. από το δάπεδο. ένα μεγάλο μέρος του δαπέδου βρέθηκε άθικτο και σε έξη επίσης άθικτες λακκοειδής ταφές, κάτω απ´ αυτό, αποκαλύφθηκαν πολλά πολύτιμα αντικείμενα: τέσσερεις μεγάλοι πίθοι, που καθένας περιείχε ένα σκελετό, 22 χάλκινα ξίφη και εγχειρίδια, διάφορα χάλκινα σκεύη, μεγάλη συλλογή αγγείων, και ένας θαυμάσιος σφραγιδόλιθος, που παριστάνει κάπρο που αμύνεται.
Οι λακκοειδείς τάφοι και το δάπεδο έχουν τώρα σκεπαστεί και κανένα μέρος του τάφου δεν είναι ορατό.
Περίπου ένα χιλιόμετρο, κάτω στο δρόμο προς την πεδιάδα, βρέθηκε ένας άλλος θολωτός τάφος, που επίσης πρέπει να έχει κάποια σχέση με την τοποθεσία του ανακτόρου.
Σκάφτηκε στο 1939. Βρέθηκε κι αυτός συλημένος, αλλά πολλά αντικείμενα είχαν απομείνει απ´ τη σύληση μεταξύ των οποίων άφθονα κομμάτια από σκαλιστό ελεφαντοκόκκαλο, χρυσές χάντρες, ημιπολύτιμοι λίθοι και υαλόμαζα.
Νεκροταφείο από θαλαμοειδής τάφους για τους ιδιώτες που κατοικούσαν στην κάτω πόλη, γύρω απ´ την ακρόπολη, έχει βρεθεί στις πλευρές μιας ράχης, περίπου 500 μ. δυτικά του ανακτόρου.
Τρεις τάφοι ανασκάφτηκαν και έδωσαν μερικά καλά αγγεία και άλλα αντικείμενα. Δύο από τους θαλαμοειδείς αυτούς τάφους βρέθηκαν σε κατάσταση καταρρέυσεως και ξαναγεμίστηκαν με χώμα.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *