Ταΰγετος

Ο Ταϋγετος αποτελεί μία σχετικά στενή οροσειρά με μακριά ράχη, μήκους 115 χιλιομέτρων, μέγιστου πλάτους 30 χιλιομέτρων και συνολικής έκτασης 2.500 χιλιομέτρων. Σχηματίζει σχεδον μία ευθεία γραμμή από το Βορρά προς το Νότο, και χωρίζεται σε τρεις ορεινούς όγκους: τον Βόρειο Ταϋγετο, τον κεντρικό Ταϋγετο, και το όρος Ταίναρο ή Σαγγιά.

Ξεκινώντας από τη Νοτιότερη κορυφή, τον Προφήτη Ηλία (2407μ), προχορώντας προς τον Βορρά, βρίσκουμε τις κορυφές του Σιδηρόκαστρου ( 2228μ), το Σπανακάκι (2024μ), το Νεραϊδοβούνι (2025μ), τα Γούπατα (2031μ), την Αθάνατη ράχη (2360μ), το Χαλασμένο (2203μ), το Λαγανά (1517μ), τη Λεπενού ( 1733μ), τη Γραμμένη πέτρα (1597μ), τις Γούβες (1852μ), το Νεραϊδόβραχο (1660μ) και τα ξεροβούνια (1852μ). Ο Προφήτης Ηλίας αποτελεί το ψηλότερο σημείο του Ταϋγέτου, αλλά και ολόκληρης της Πελοποννήσου.

Η ομορφιά της οροσειράς του Ταϋγέτου οφείλεται στη σχισμώδη μορφολογία του, αφού περιέχει αναρίθμητα φαράγγια και ορθοπλαγιές, με πιο γνωστά τις χαράδρες του Ριντόμου, της Κοσκάρακας, του Βυρού και της Λαγκάδας. Τα τοπία του Ταϋγετου επιφυλάσσουν μοναδική ομορφιά για αυτούς που θα τον εξερευνήσουν, και για αυτό το λόγο αποτελεί έναν από τους αγαπημένους προορισμούς των φίλων της πεζοπορίας.

Ο Ταϋγετος χαρακτηρίζεται από τέσσερις κλιματικές ζώνες: τη χαμηλή πλάγια (μέχρι 700 μέτρα) με καλοκαιρινές συνθήκες από το Μαϊο μέχρι τον Οκτώβριο, στην ορεινή ζώνη ( 750-1650μ) με χειμώνα που διαρκεί από το Δεκέμβριο μέχρι το Μάρτιο, στη υποαλπική ζώνη ( 1650-2000μ) με το καλοκαίρι να εμφανίζεται μόλις στο τέλος Ιουνίου, και την αλπική ζώνη (2000+μ), με ένα στρώμα χιονιού να κυριαρχεί τους περισσότερους μήνες του χρόνου.

Σύμφωνα με την Ελληνική μυθολογία, ο Ταϋγετος πήρε το όνομά του από τη νύμφη Ταϋγέτη, μία από τις Ατλαντίδες (κόρες του Άτλαντα), η οποία έβαλε τέλος στη ζωή της μετά τον εξαναγκασμό της σε συνεύρεση από το Δία, από την οποία και γεννήθηκε ο Λακαιδεμόνας, ήρωας της περιοχής.

Αν και το όνομα είναι προελληνικό και είναι δύσκολη η ετυμολογία του, σύμφωνα με τον Ησύχιο τον Αλεξανδρέα (γραμματικός του 5ου μ.Χ. αιώνα), προέρχεται από τη λέξη Ταϋς (=μέγας) και τη ρίζα –γα.

Η χλωρίδα του Ταϋγέτου

Περισσότερα από 700 είδη φυτών συνθέτουν τη σπάνια βλάστηση του Ταϋγέτου, παρά τη σοβαρή καταστροφή που έχει υποστεί από τις πυρκαγιές που έχουν ξεσπάσει κατά καιρούς. Στον Ταΰγετο φυτρώνουν 28 τοπικά ενδημικά φυτά, 11 ενδημικά που συναντώνται σε ένα ακόμη βουνό και 120 ενδημικά που υπάρχουν στα ελληνικά βουνά. Η χλωρίδα του Ταϋγέτου προσδιορίζεται από τις κλιματικές ζώνες, στις οποίες χωρίζεται το βουνό.

1. Οι μεσογειακοί θαμνώνες αναπτύσσονται στις χαμηλές πλαγιές σε υψόμετρο μέχρι 700-800 μέτρα. Αποτελούν συνθέσεις από πουρνάρια (Quercus coccifera) , φιλλύκια (Phillyrea latifolia), αγριελιές (Olea europaea), σχίνα (Pistacia lentiscus), αγριοτσικουδιές (pistacia terebinthus), αειθαλή σφενδάμια (Acer Sempervirens), αγριοροδακινιές (Prunus webbii), κουτσουπιές (Cercis siliquastrum), χρυσόξυλα (Cotinus cogggria), φράξους (fraχius omus), αγριόκεδρα Uuniperus oχyced ru 5), άγρια αγιοκλήματα (Lonicera implexa), αριές (Quersus ilex), ρείκια (Erica manipulif1ora) κ.ά.

Στη ζώνη αυτή σποραδικά εμφανίζονται δρύες (Quersus pubescens), χαρουπιές (Ceratοnίa siliqua), κυπαρίσσια(Cupressus sempervirens) και άλλα είδη δένδρων.
Παλαιότερα οι θαμνώνες ήταν πραγματικά δάση, αλλά σήμερα έχουν υποβαθμιστεί λόγω των πυρκαγιών και της υπερβόσκησης.
Σε πολλές περιοχές του βουνού οι θαμνώνες έχουν αντικατασταθεί από φρύγανα, ενώ σε άλλες έχουν εξαφανιστεί. Ανάμεσά τους φυτρώνουν και πολλά βολβώδη ή ποώδη φυτά, όπως ανεμώνες (Anemone pavonina, anemone coronaria), αγριοτουλίπες (Τ ulipa orphanidea), κυκλάμινα (Cyclanem graecum), μαργαρίτες (Anthemis chia) κ.ά.

2. Στην ορεινή ζώνη, από τα 700-1.700 μέτρα, αναπτύσσονται τα δάση κωνοφόρων του Ταϋγέτου, όπου κυριαρχούν το ελληνικό έλατο (Abies cephalonica) και το μαύρο πεύκο (Pinus nigra), για το οποίο ο Ταΰγετος είναι το νοτιότερο σημείο εξάπλωσής του στη χώρα.
Τα αιωνόβια μαυρόπευκα υπάρχουν διάσπαρτα σε διάφορα μέρη του βουνού και κυρίως στο δάσος της Βασιλικής. Είναι δένδρα ηλικίας 300-500 χρόνων, των οποίων η διάμετρος του κορμού συχνά ξεπερνάει το 1 μέτρο. Είναι τα απομεινάρια των πανάρχαιων δασών του Ταϋγέτου, πραγματικά μνημεία της φύσης, τα οποία πρέπει να τεθούν υπό αυστηρή προστασία. Στη ζώνη αυτή και σε σημεία που έχουν απογυμνωθεί από πυρκαγιές φυτρώνει ένα πλήθος φυτών, όπως αγριογαρίφαλα (Dianthus sp.), ανεμώνες του βουνού (Anemone blanda), αγριοτριανταφυλλιές (Rosa sp.), γεράνια (Geranium sp.), άγριοι μενεξέδες (Viola odorata) , κόκκινοι κρίνοι (Lilium chalcedonicum) κ. ά.

3. Στην υποαλπική ζώνη, σε υψόμετρο 1.700-2.000 μέτρα, αρχίζουν τα γυμνά λιβάδια και οι βραχώδεις σχηματισμοί. Εδώ φυτρώνουν μόνο μικρά πολυετή φυτά, ενώ σποραδικά συναντάμε μοναχικά έλατα και μαύρα πεύκα, σε νανώδη μορφή λόγω του υψομέτρου και της συνεχούς χιονόπτωσης.
Χαρακτηριστικά φυτά της υποαλπικής ζώνης είναι η βουνίσια τσουκνίδα (Urtica dioica) και το γνωστό τσάι του Ταϋγέτου.

4. Στην αλπική ζώνη, σε υψόμετρο 2.000-2.407 μέτρα, η απουσία των δένδρων είναι ολική, λόγω της συνεχούς χιονοκάλυψης. Εδώ, όμως, φυτρώνουν τα περισσότερα και τα πιο σπάνια ενδημικά του Ταϋγέτου, φυτά πολυετή και ανθεκτικά στο κρύο.
Εδώ συναντάμε τον Νανόκεδρο Guniperυs communis), καθώς και τα Beta nana, Minuartia stellata, Arabis subfiava, Saxifraga sibthorpii, Geranium subcaulescens, VioIa chelmea, Veronica thymifoIia κ.ά.

5. Στις ρεματιές και στα φαράγγια, αναπτύσσεται ιδιόμορφη βλάστηση, η οποία δεν επηρεάζεται από την υψομετρική διαφορά. Χαρακτηριστικά είδη είναι το πλατάνι (Platanus orientaIis), η δάφνη (Laurus nobiIis), η μυρτιά (Myrtus communis), η άγρια ροδιά (Punica granatum), η πικροδάφνη (Nerium oleander) και η λυγαριά (Vitex agnus-castus).