Οδηγός Μεσσηνίας

Ο πλήρης ταξιδιωτικός οδηγός της Μεσσηνίας

Το κάστρο της Μεθώνης

Το κάστο της Μεθώνης

Στο νοτιότατο άκρο της δυτικής ακτής της Πελοποννήσου βρίσκεται το απέραντο φρούριο της Μεθώνης. Στη μικρή χερσόνησο, που ήταν ήδη οχυρωμένη από την αρχαιότητα, υπήρχε πάντοτε μια πόλη, φημισμένη για το λιμάνι της.

Ταυτίστηκε με την πόλη Πήδασο , την οποία αναφέρει ο Όμηρος με το επίθετο “αμπελόεσσα”, σαν την τελευταία από τα επτά “ευναιόμενα πτολίεθρα”, που ο Αγαμέμνονας προσέφερε στον Αχιλλέα για να κατευνάσει την οργή του. Ο Θουκυδίδης (2,25) σημειώνει πως η οχύρωση της πόλης στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου (431 π.Χ.) δεν ήταν ισχυρή.

Ο Παυσανίας ονομάζει την πόλη Μοθώνη -και τους κατοίκους Μοθωναίους- και αναφέρει πως πήρε το όνομά της είτε από την κόρη του Οινέα είτε από το μικρό νησάκι -που αργότερα οχυρώθηκεκαι που λεγόταν “Μόθων λίθος”. Ο βράχος προστάτευε το λιμάνι της πόλης και συγχρόνως εμπόδιζε τη θάλασσα να αναταράσσεται με δύναμη.

Στη Μεθώνη εγκαταστάθηκαν οι Ναυπλιείς μετά το τέλος του Β´ Μεσσηνιακού πολέμου, επειδή εκδιώχθηκαν από τους Αργείους σαν σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων. Και μετά την ανεξαρτησία, όμως, της Μεσσηνίας από τους Σπαρτιάτες (369 π.χ.) οι Ναυπλιείς συνέχισαν να κατοικούν στην περιοχή γιατί είχαν τηρήσει φιλική στάση απέναντι στους επαναπατριζόμενους Μεσσήνιους.

Τον 4ο αι. π.Χ. η Μεθώνη ενισχύθηκε με καλύτερες οχυρώσεις και συνέχισε να παραμένει αυτόνομη μέχρι τα αυτοκρατορικά ρωμαϊκάχρόνια, οπότε γνώρισε την εύνοια ορισμένων αυτοκρατόρων. Στη διάρκεια των Βυζαντινών χρόνων εξακολουθούσε να παραμένει αξιόλογο λιμάνι και μια από τις σημαντικές πόλεις της Πελοποννήσου, έδρα ενωρίτατα επισκοπής. 

Οι Βενετοί στη Μεθώνη

Οι Βενετοί άρχισαν να έχουν βλέψεις για το λιμάνι της από τον 12ο αιώνα καθώς “βρισκόταν στη μέση του δρόμου Βενετίας Ανατολής”. Στα 1125, μάλιστα, είχαν επιτεθεί εναντίον των πειρατών που την χρησιμοποιούσαν σαν καταφύγιο, επειδή είχαν αιχμαλωτίσει Βενετούς εμπόρους που επέστρεφαν από την Ανατολή.

Όταν οι Φράγκοι πολιορκούσαν στα 1204 την Κωνσταντινούπολη, ο Γοδεφρείδος Α’ Βιλλεαρδουίνος παρασύρθηκε με το πλοίο του στη Μεθώνη, καθώς κατευθυνόταν στην Κωνσταντινούπολη και υποχρεώθηκε να περάσει τον χειμώνα στην περιοχή.

Tότε δέχθηκε την πρόσκληση του τοπικού άρχοντα Ιωάννη Καντακουζηνού να τον βοηθήσει να καταλάβει τη Δυτική Πελοπόννησο και “η επιτυχία έστεψε τα όπλα αυτής της αφύσικης συμμαχίας”.

Όταν ο Καντακουζηνός πέθανε, ο γιός του προσπάθησε να διαλύσει τη συμμαχία, χωρίς επιτυχία, αφού ο Βιλλεαρδουίνος είχε καταλάβει πως η κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Λατίνους θα ήταν εύκολο έργο. Αρχικά η Μεθώνη μαζί με την Κορώνη παραχωρήθηκαν στον Γοδεφρείδο. Βιλλεαρδουίνο. 

Το Χρονικό του Μορέως αναφέρει την υποδοχή των κατοίκων στους Φράγκους. 

“Εξέβησαν με τους σταυρούς, ομοίως με εικόνας 
και ήλθαν κι επροσκύνησαν τον Καμπανέσην εκείνον 
όλοι του υπομώσασιν δούλοι του ν´ αποθάνουν”. 

Το 1206, όμως, οι Βενετοί κατέλαβαν τις δυο πόλεις και η κυριαρχία τους επικυρώθηκε την άνοιξη του 1209 με συνθήκη που υπέγραψαν με τον Βιλλεαρδουίνο, ο οποίος έκανε όλες τις απαραίτητες παραχωρήσεις, που θα του εξασφάλιζαν τη βοήθεια της Βενετίας για την τελική υποταγή της Πελοποννήσου.

Η ζωή οργανώθηκε και στη Μεθώνη, όπως στην Κορώνη, σύμφωνα με τα συμφέροντα της Βενετίας και οι δυο πόλεις έγινανοι φρουροί των συμφερόντων της, τα “κυριότερα μάτια της Δημοκρατίας” στους εμπορικούς και ναυτικούς δρόμους από και προς την Ανατολή.

Οι Βενετοί οχύρωσαν τη Μεθώνη, που αναπτύχθηκε όπως και η Κορωνη, σε σημαντικό εμπορικό κέντρο με μεγάλη ευημερία. Στα βενετσιάνικα αρχεία υπάρχουν λεπτομερείς καταγραφές για την οργάνωση και τη διοίκηση των δύο μεσσηνιακών αποικιών της Βενετίας καθώς επίσης για την εικόνα που παρουσίαζαν στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα και κυρίως μετά το λοιμό, οπότε χρειάστηκε να αποικιστούν με “νέο σώμα αποίκων από τη μητρόπολη”. 

Φυσικό ήταν να προκαλέσει τις βλέψεις των Τούρκων, που, παρά τις συνθήκες με τη Βενετία, βολιδοσκοπούσαν την κατάκτηση της περιοχής, Ο Βαγιαζήτ Β´ στα τέλη του 1500 συγκέντρωσε τις δυνάμεις του εναντίον της Μεθώνης, “το Πόρτ-Σάιδ της Φράγκικης Ελλάδας, τον σπουδαίο ενδιάμεσο σταθμό μεταξύ Βενετίας και Άγιων Τόπων, όπου κάθε ταξιδιώτης σταματούσε κατά τη διαδρομή του στην Ανατολή.

Ένας προσκυνητής που την επισκέφθηκε το 1484 θαύμασε τα γερά τείχη, τις βαθειές τάφρους και τους οχυρούς πύργους” δέκα χρόνια αργότερα ήταν πιο οχυρωμένη. Ο Βαγιαζήτ παρά τη στενή πολιορκία δεν θα μπορούσε να την εκπορθήσει, αν οι κάτοικοι ενθουσιασμένοι από την άφιξη ενισχύσεων δεν εγκατέλειπαν τα τείχη, γεγονός που εκμεταλλεύτηκαν οι γενίτσαροι και κατέλαβαν τον πύργο από το παλάτι του κυβερνήτη.

Η πόλη παραδόθηκε στη φωτιά, ο Καθολικός επίσκοπος σκοτώθηκε την ώρα που μιλούσε στους πιστούς, ο ανδρικός πληθυσμός αποκεφαλίστηκε, οι γυναίκες και τα παιδιά πουλήθηκαν σαν δούλοι. Στις 9 Αυγούστου 1500 “η Μεθώνη έπεσε αφού παρέμεινε στα χέρια της Βενετίας τριακόσια περίπου χρόνια.

Χαρούμενος για το έπαθλό του ο Βαγιαζίτ έκανε τον γενίτσαρο που πρωτανέβηκε στα τείχη σαντάκμπεη, δηλαδή επαρχιακό διοικητή, και την πρώτη Παρασκευή μετά την άλωση, όταν έσβησε η φωτιά, πήγε στη βεβηλωμένη μητρόπολη για να προσφέρει τις ευχαριστίες του στον θεό των μαχών, που, όπως ομολόγησε, όταν κοίταζε τη βαθειά τάφρο, του χρώσταγε την κατάκτηση αυτής της οχυρής πόλης”.

Η ερήμωση ήταν τέτοια ώστε διέταξε να σταλούν από “κάθε χωριό του Μοριά” οικογένειες για να αποκτήσει ξανά πληθυσμό η Μεθώνη. Τα τείχη επιδιορθώθηκαν και η περίοδος της πρώτης τουρκικής κατοχής άρχισε.

Το 1531 στο λιμάνι της Μεθώνης πόδισαν οι Ιππότες του Αγίου Ιωάννη με σκοπό να καταλάβουν την άλλοτε βενετσιάνικη αποικία. Αρχικά κατόρθωσαν με σκευωρία να αποβιβαστούν και να εξουδετερώσουν τους φρουρούς.

Η κατάληψη, όμως, του φρουρίου δεν ολοκληρώθηκε γιατί έφθασαν τουρκικές ενισχύσεις, που τους ανάγκασαν, αφού λεηλάτησαν την πόλη και συνέλαβαν 1600 αιχμαλώτους, να φύγουν. Στα 1572 τα παράλια της Μεθώνης απειλήθηκαν από τον Dοn Juan της Αυστρίας, που δεν μπόρεσε, όμως, τελικά να την καταλάβει. . 

Παρακμή

Σε όλη τη διάρκεια του 16ου και 17ου αιώνα, παρόλο που η μορφή της Μεθώνης δεν έχει αλλάξει, η παρακμή σε όλους τους τομείς είναι εμφανής. Τον Ιούνιο του 1686 οι δυνάμεις του Μοροζίνι πολιόρκησαν τη Μεθώνη, την οποία στις 10 Ιουλίου οι Τούρκοι εγκατέλειψαν.

Τα τείχη, που είχαν υποστεί σημαντική καταστροφή κατά την πολιορκία, επιδιορθώθηκαν και νέοι κάτοικοι στάλθηκαν για να ενισχύσουν το δυναμικό της πόλης. Η δεύτερη, όμως, αυτή περίοδος της Βενετοκρατίας δεν διήρκεσε πολύ. Το 1715 οι Τούρκοι πολιόρκησαν το κάστρο και οι Βενετοί υπερασπιστές τρομοκρατημένοι το εγκατέλειψαν φεύγοντας από την πύλη της θάλασσας.

Σ’ αυτή τη δεύτερη περίοδο της Τουρκοκρατίας η παρακμή ολοκληρώθηκε. Όπως φαίνεται και από τις περιγραφές των περιηγητών ο πληθυσμός είχε μειωθεί, οι οχυρώσεις βρίσκονταν σε κακή κατάσταση και το λιμάνι είχε επιχωθεί. Το σημαντικότερο εμπόριο που διεξήγετο ήταν αυτό των σκλάβων!

Η απογοήτευση που αισθάνονταν οι ταξιδιώτες της εποχής φθάνοντας στο λιμάνι της Μεθώνης, είναι φανερή και στο Οδοιπορικό του F. Chateaubriand, που θεωρεί την ιστορία της “άδοξη”. 

Το 1825 ο Ιμπραήμ κατέλαβε τη Μεθώνη και εγκαταστάθηκε στο διοικητήριο, πάνω από την είσοδο του κάστρου. Στο ίδιο κτίριο εγκαταστάθηκε το 1829 ο γάλλος στρατηγός Μαιζόν, που απελευθέρωσε και την πόλη μαζί με άλλες της Πελοποννήσου. 

Το Κάστρο σήμερα

Σήμερα τα τείχη του φρουρίου, αν και ερειπωμένα εξακολουθούν να είναι επιβλητικά. Το κάστρο της Μεθώνης καταλαμβάνει ολόκληρη την έκταση του ακρωτηρίου της νοτιοδυτικής ακτής μέχρι το μικρό νησάκι, που επίσης οχυρώθηκε με οκταγωνικό πύργο και βρέχεται και από τις τρεις πλευρές από τη θάλασσα.

Η βόρεια πλευρά του, αυτή που βλέπει προς την ξηρά, καταλαμβάνεται από μία ισχυρά οχυρωμένη ακρόπολη. Μια τάφρος βαθιά χωρίζει το κάστρο από την ξηρά και η επικοινωνία αρχικά γινόταν με ξύλινη γέφυρα. Οι Βενετοί επεξέτειναν τις αρχαίες οχυρώσεις και έκαναν διάφορες προσθήκες και επισκευές και στις δύο περιόδους που κατείχαν το κάστρο. 

Η είσοδός του βρίσκεται στη μέση περίπου της βόρειας πλευράς και είναι προσιτή με μια πέτρινη γέφυρα από δεκατέσσερα τόξα, που χτίστηκε πάνω από την τάφρο από τους τεχνικούς της Expedition scientifique de Μοree, που συνόδευε τον στρατηγό Μαιζόν.

Συγχρόνως ανακαινίστηκε και η πύλη, που με τη μνημειακή μορφή της αποτελεί ένα από τα εντυπωσιακότερα στοιχεία του κάστρου. Το άλλο είναι η έκτασή του. Η πύλη της εισόδου απολήγει σε ένα καμπυλόμορφο τόξο, και δεξιά και αριστερά φέρει παραστάδες με κορινθιακά κιονόκρανα. Θεωρείται έργο των Βενετών μετά το 1700. 

Αριστερά και δεξιά της εισόδου διατηρούνται οι δυο μεγάλοι προμαχώνες. Στην ανατολική πλευρά είναι ο προμαχώνας που χτίστηκε από τον στρατηγό Antonio Loredan, κατά τη δεύτερη περίοδο της Βενετοκρατίας.

Τότε διευρύνθηκε και η τάφρος, που περιέβαλε τις οχυρώσεις προς την πλευρά της στεριάς, και έγιναν εργασίες στο ανάχωμα, που φέρει και πλάκα με ανάγλυφο το Λιοντάρι του Αγίου Μάρκου.

Στη δυτική άκρη βρίσκεται ο προμαχώνας Bembo , που χτίστηκε στη διάρκεια του 15ου αιώνα. Η βόρεια πλευρά του τείχους είχε πάρει την τελική της διαμόρφωση στις αρχές του 18ου αιώνα και αυτήν διατηρεί μέχρι σήμερα. Το ύψος του τείχους σ’ αυτή την πλευρά φθάνει τα 11 μέτρα περίπου και οι δύο προμαχώνες επικοινωνούσαν μεταξύ τους με ένα σκεπαστό πέρασμα.

Το τείχος ενισχυόταν με τετράγωνους πύργους στη βορειοανατολική πλευρά και έναν μεγάλο στρογγυλό στη βορειοδυτική. Για την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκαν καλοδουλεμένες πέτρες που έφεραν επίχρισμα από κονίαμα.

Σε ορισμένα σημεία χρησιμοποιήθηκε αρχαίο οικοδομικό υλικό σε δεύτερη χρήση, ευδιάκριτο σήμερα σε έναν από τους πύργους της βόρειας πλευράς καθώς επίσης και στη νότια πλευρά του τείχους.

Αμέσως μετά την κεντρική πύλη ανοίγεται ένας δρόμος, θολωσκέπαστος, που οδηγεί από μια δεύτερη πύλη και μετά σε μια τρίτη στο εσωτερικό του κάστρου, όπου βρισκόταν το κατοικημένο μέρος και χωριζόταν από το βόρειο τμήμα με ένα εγκάρσιο τείχος χαμηλού ύψους (6 μέτρα περίπου), ενισχυμένο με πέντε πύργους (τέσσερις τετράγωνους και έναν οκταγωνικό).

Χρονολογικά ανήκει στηνπερίοδο μετά το 1500, όταν οι Τούρκοι προσπαθούσαν να ενισχύσουν τον πληθυσμό αλλά και την οχύρωση του κάστρου. Στο εσωτερικό σώζονται ερείπια από τα σπίτια στα οποία κατοικούσαν την περίοδο της ακμής οι βενετσιάνοι άρχοντες. Επίσης βρίσκονται ο πλακόστρωτος δρόμος που οδηγούσε στην πύλη της θάλασσας, τα ερείπια ενός τουρκικού λουτρού, της βυζαντινής εκκλησίας της ΑγίαςΣοφίας, κοντά στην οποία βρέθηκε μία πλάκα με λατινικά γράμματα (που χρονολογείται στα 1714), τμήματα δωρικών κιόνων, ένας μονολιθικός κίονας από γρανίτη (1493/4), αράβδωτος, με κιονόκρανο στην κορυφή του βυζαντινής τεχνοτροπίας, όπου υποτίθεται ότι ήταν στημένο είτε το φτερωτό λιοντάρι της Βενετίας ή η προτομή του Μοροζίνι.

Γι´ αυτό και ονομάζεται “στήλη του Μοροζίνι”.

Στο κιονόκρανο υπήρχε επιγραφή, που σήμερα δεν σώζεται. Στα αριστερά της εισόδου βρίσκονται τα ερείπια του οικήματος το οποίο χρησιμοποίησε αρχικά σαν κατάλυμα ο Ιμπραήμ Πασάς το 1826 και αργότερά ο στρατηγός Μαιζόν.

Οι Γάλλοι του απελευθερωτικού σώματος παρέμειναν στην περιοχή μέχρι το 1833 και σ’ αυτούς αποδίδεται η κατασκευή της εκκλησίας της Αγίας Σωτήρας, που σώζεται ακόμη μέσα στο κάστρο. Στο εσωτερικό του κάστρου διατηρούνται επίσης αρκετές δεξαμενές και τα λείψανα του νεκροταφείου των βρετανών αιχμαλώτων κατά τη διάρκεια του Β´ Παγκοσμίου πολέμου. 

Στη νότια άκρη του οχυρωματικού περιβόλου υψώνεται η επιβλητική πύλη της θάλασσας, που πρόσφατα αναστηλώθηκε. Αποτελείται από δύο ψηλούς τετράγωνους πύργους (16 μέτρα) που επικοινωνούν μεταξύ τους με μία εξέδρα (18 περίπου μέτρα μήκος και 6 περίπου μέτρα πλάτος) η οποία στέφεται με επάλξεις.

Στο κέντρο ανοίγεται η πύλη, που απολήγει στην κορυφή σε καμπύλο τόξο. Οι πύργοι είναι χτισμένοι με μεγάλους πωρόλιθους και στο εσωτερικό τους έφεραν δωμάτια. Από την πύλη, ένας πλακόστρωτος διάδρομος, πάνω από μια μικρή γέφυρα, οδηγεί στο μικρό οχυρωμένο νησάκι, το Μπούρτζι. Εδώ σφαγιάστηκαν πολλοί στρατιώτες και κάτοικοι της Μεθώνης, όταν το 1500 οι Τούρκοι κατέλαβαν το οχυρό. 

Το Μπούρτζι χρονολογείται στην περίοδο μετά το 1500 και χρησιμοποιήθηκε σε διάφορες εποχές και σαν φυλακή. Αποτελείταιαπό ένα διώροφο οκταγωνικό πύργο. Σε κάθε όροφο υπάρχει στηθαίο με οδοντωτές επάλξεις. Ο πύργος απολήγει σε ένα κυκλικό θόλο. Στον κάτω όροφο υπήρχε μία δεξαμενή και το όλο έργο, με μικρή αμυντική σημασία, χρονολογείται στην πρώτη περίοδο που οι Τούρκοι κατείχαν το φρούριο. 

Η δυτική πλευρά των τειχών του οχυρωματικού περιβόλου είναι αμελέστερα κατασκευασμένη από τις άλλες. Το τείχος ήταν ενισχυμένο με πέντε τετράγωνους πύργους και χρονολογικά ανήκει στην πρώτη περίοδο, που οι Βενετοί κατείχαν το φρούριο.

Η πλευρά αυτή με τα βράχια και την απότομη θάλασσα κάνει δύσκολα ευπρόσβλητο το κάστρο, γι´ αυτό ίσως στην κατασκευή του δεν δόθηκε μεγάλη προσοχή. Εξάλλου το τμήμα αυτό του κάστρου φαίνεται πως δέχθηκε τις λιγότερες καταστροφές καθώς και τις λιγότερες επισκευές.

Εδώ αποκαλύφθηκαν, στη διάρκεια του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου, μετά από έκρηξη, τμήματα καλοδουλεμένων δόμων από τα αρχαία τείχη της Μεθώνης. Αρχαίο οικοδομικό υλικό έχει χρησιμοποιηθεί και στα θεμέλια ενός από τους τετράγωνους πύργους. Στο εσωτερικό του τείχους διατηρούνται ερείπια τουρκικών πολεμικών εγκαταστάσεων. 

Η ανατολική πλευρά των τειχών επίσης έφθανε αρχικά μέχρι τη θάλασσα. Σήμερα μπροστά σε αρκετό τμήμα της απλώνεται μια μεγάλη αμμουδιά. Παράλληλα με το ανατολικό τείχος, μέχρι το Μπούρτζι, υπήρχε μώλος και εκεί σχηματιζόταν το μικρό οχυρωμένο λιμάνι (mandrachio), ενώ το μεγάλο βρισκόταν στα βορειοανατολικά, όπου και μπορούσαν να τραβιούνται τα πλοία. Το τείχος και σ´ αυτήν την πλευρά ήταν ενισχυμένο με πύργους.

Η μακρά ανατολική πλευρά δέχθηκε πολλές επισκευές, που έγιναν στις αρχικές βενετσιάνικες οχυρώσεις του 13ου αιώνα, κυρίως στη δεύτερη Βενετοκρατία και Τουρκοκρατία. Σε έναν από τους πύργους διατηρούνται τμήματα της βυζαντινής οχύρωσης. Στην άκρη της ανατολικής πλευράς υπήρχε μια μικρή πυλίδα προστατευμένη με πύργο. Στη νοτιοανατολική άκρη διατηρούνται τα ερείπια ενός τουρκικού πύργου. 

Σε διάφορα σημεία της οχύρωσης σώζονται βενετσιάνικα εμβλήματα με το φτερωτό λιοντάρι του Αγίου Μάρκου και επιγραφές. Όπως στη βόρεια πλευρά του προμαχώνα Loredan, όπου υπάρχει πλάκα με επιγραφή από την εποχή που ο στρατηγός Loredan είχε αναλάβει διοικητής στην Πελοπόννησο.

Στον βόρειο τοίχο του, δεξιά της κεντρικής εισόδου, υπάρχει επίσης πλάκα με τα εμβλήματα των οικογενειών Fοscarini, Foscolo και Bembo, στον οποίο η επιγραφή αποδίδει και την κατασκευή του προμαχώνα Bembo λίγο πριν το 1500. 

Το κάστρο της Μεθώνης προβάλλει σήμερα έρημο κι απομονωμένο. Όταν οι χειμωνιάτικοι άνεμοι το χτυπούν τότε λένε οι ντόπιοι πως μπορείς να ακούσεις τις κραυγές των φυλακισμένων και των αδικοσκοτωμένων στο Μπούρτζι. 

Η καλύτερη ώρα για να χαρεί κανείς τη Μεθώνη είναι το δειλινό από τον απέναντι λόφο. Τότε το φως του ήλιου, που ετοιμάζεται να χαθεί στην πλευρά του Ιονίου, γλυστράει πάνω στα ογκώδη τείχη στεφανώνοντάς τα με μουντές αποχρώσεις. Παντού κυριαρχεί μια άπιαστη γαλήνη.

Πηγή: Κάστρα της Πελοποννήσου
Φωτογραφίες: Αριστείδης Ψυχάρης

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *